
Τα επιστημονικά στοιχεία καταδεικνύουν μια συνεχή αύξηση της συχνότητας των αυτοάνοσων νοσημάτων μέσω της κατανάλωσης γλουτένης.
Η συχνότητα των ρευματικών, ενδοκρινολογικών, γαστρεντερολογικών και νευρολογικών αυτοάνοσων νοσημάτων αυξάνεται ετησίως, σε ποσοστά που κυμαίνονται από 3% έως 7% μεταξύ των χρονολογιών 1985 και 2015. Το γεγονός ότι μόνο το 1% έως 3% του 30% του γενικού πληθυσμού που φέρει το αλληλόμορφο ανθρώπινο αντίγονο λευκοκυττάρων DQ θα αναπτύξει κοιλιοκάκη, ενισχύει την υπόθεση ότι το περιβάλλον παίζει σημαντικότερο ρόλο από το γενετικό, στην ανάπτυξη αυτοάνοσων νοσημάτων τις τελευταίες δεκαετίες.
Η αυξημένη συχνότητα κοιλιοκάκης έχει συνδεθεί με αυξημένη κατανάλωση γλουτένης. Από έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε άτομα με διατροφή χωρίς γλουτένη αποδείχθηκε πως αυτή μπορεί να παίζει διαβητογόνο ρόλο και θεωρείται σημαντικός παράγοντας εξέλιξης διαβήτη τύπου 1, της κοιλιοκάκης και της μη κοιλιοκάκης ευαισθησίας στη γλουτένη.
Ειδικότερα, η κοιλιοκάκη και ο διαβήτης τύπου 1 αποτελούν αυτοάνοσες καταστάσεις στις οποίες η διατροφική γλουτένη έχει αποδειχθεί ότι παίζει παθογόνο ρόλο. Η αυτοάνοση διαδικασία σταματά με την αφαίρεση της γλουτένης από τη διατροφή που επιτρέπει την επίλυση της κοιλιοκάκης, αυτοάνοσης εντεροπάθειας και την επακόλουθη ομαλοποίηση των ορολογικών δεικτών της νόσου.
Άρθρο από την διατροφολόγο Κωνσταντίνα Χατζησάββα.
