Η ζάχαρη αποτελεί μια από τις πιο εύγευστες τροφές, καθώς ενεργοποιεί τα συστήματα ανταμοιβής του οργανισμού τόσο μέσω της θερμιδικής της αξίας όσο και μέσω της γεύσης. Όταν όμως καταναλώνεται σε περίσσεια, μπορεί να διεγείρει αυτά τα συστήματα σε υπερβολικό βαθμό, οδηγώντας συχνά σε καταναγκαστική κατανάλωση τροφής.

Η επικοινωνία ανάμεσα στη θρεπτική και τη γευστική ανταμοιβή –με κέντρο το ραβδωτό σώμα– και στα σήματα κορεσμού από τον υποθάλαμο γίνεται λιγότερο αποτελεσματική, γεγονός που δυσχεραίνει τη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής. Ιδιαίτερα η προστιθέμενη φρουκτόζη είναι πιο προβληματική, καθώς ενώ προσφέρει γλυκιά γεύση, δεν είναι άμεσα διαθέσιμη ως πηγή ενέργειας για τον εγκέφαλο. Έτσι, δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη θρεπτική εισροή, δημιουργώντας απορρύθμιση στη διατροφική συμπεριφορά.

Αυτό το φαινόμενο παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την καταναγκαστική χρήση ουσιών στον εθισμό. Μάλιστα, όταν εξετάζουμε ξεχωριστά τη γλυκόζη και τη φρουκτόζη, διαπιστώνουμε ότι η δεύτερη συνδέεται με σημαντικά περισσότερους κινδύνους για την υγεία. Η φρουκτόζη μπορεί να ενισχύσει την αναζήτηση τροφής και να προάγει την παραγωγή λίπους στον οργανισμό.

Συμπέρασμα: Η μείωση της κατανάλωσης πρόσθετης ζάχαρης –και κυρίως φρουκτόζης– αποτελεί βασικό βήμα για την υιοθέτηση πιο υγιεινών διατροφικών συνηθειών, αλλά και για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας.

Άρθρο από την διατροφολόγο Κωνσταντίνα Χατζησάββα.

Share
Go top